philoSophie

History, Theatre, Greek and Russian literature, Godard, Angelopoulos and Bergman's movies
 
Modern Greek philology student. | Kiss me in the rain but also revolt against the aristocratic social and political norms of the Age of Enlightenment |https://instagram.com/ph1losophie/ |https://thesuspendedstep.wordpress.com
My goal in life is to read everything Dostoyevsky has ever written.

Η έρημος των Ταρτάρων

Η έρημος των Ταρτάρων - Dino Buzzati, Ανταίος Χρυσοστομίδης
Βέβαια, ούτε τούτη τη νύχτα προφέρει κανείς, χώρια από μερικούς στρατιώτες, το όνομα που βρίσκεται στην καρδιά όλων. Οι αξιωματικοί προτιμούν να μην το αναφέρουν, γιατί το όνομα αυτό είναι η τελευταία ελπίδα τους. Για τους Τάρταρους ύψωσαν τα τείχη του Οχυρού, για τους Τάρταρους ξοδεύουν πολύτιμα χρόνια από τη ζωή τους, γι’ αυτούς οι σκοποί περπατάνε σαν ανδρείκελα μέρα και νύχτα. Υπάρχουν εκείνοι που τροφοδοτούν κάθε μέρα την ελπίδα τους με νέα πίστη, υπάρχουν εκείνοι που τη φυλάνε καλά κρυμμένη μέσα τους, εκείνοι που δεν ξέρουν καν ότι τη συντηρούν, νομίζοντας ότι την έχουν πια χάσει. Κανένας, όμως, δεν έχει το κουράγιο να μιλήσει γι’ αυτήν· θα φάνταζε σαν γρουσουζιά, θα έδινε την εντύπωση πως εξομολογούνται τις πιο απόκρυφες αγαπημένες τους σκέψεις στους άλλους, κι αυτό είναι κάτι που οι στρατιωτικοί δεν το κάνουν ποτέ γιατί ντρέπονται.
Καβαφικοί απόηχοι κι υπαρξιακή αγωνία, ένα κείμενο όπου ο οραματισμός του ηρωικού μέλλοντος εξοβελίζει το παρόν, εξωραΐζει την ατέρμονη αναμονή ενός γεγονότος που θα νοηματοδοτήσει την ίδια τη ζωή, ένα έργο που γράφεται τη δεκαετία του 1940 και βρίσκεται στο κατώφλι του μύθου, του σύγχρονου μύθου και της μυθολόγησης της συλλογικής μνήμης, και της αλληγορίας, μιας εμβάθυνσης στις προσδοκίες των ανθρώπων διαχρονικής και χωρίς σήματα χώρου και χρόνου.

Το πρώτο βασικό θεματικό μοτίβο που παρατηρείται στο μυθιστόρημα του Buzzati είναι η ανάγκη των στρατιωτών, κι εν γένει των ανθρώπων, για δόξα.
Ο Ντρόγκο έμεινε μόνος και ένιωσε ευτυχισμένος. Απολάμβανε με περηφάνια την απόφασή του να μείνει, τη στυφή γεύση ότι άφησε τις μικρές, σίγουρες χαρές της ζωής για χάρη ενός μεγάλου, μακροπρόθεσμου και αβέβαιου αγαθού (ίσως όμως, στο βάθος, συνέχιζε να τον παρηγορεί η σκέψη ότι μπορούσε, όποια στιγμή το αποφάσιζε, να φύγει).
Στο πρόσωπο και στην πιθανότητα της ένδοξης στιγμής η ανία κι οι κακουχίες της στρατιωτικής ζωής καθαγιάζονται. Αν και δεν υπάρχει πόλεμος, οι άσκοπες ασκήσεις που απαιτούν πειθαρχία κι οι δαιδαλώδεις συνθηματικές ρυθμίσεις εξόδου κι εισόδου στο Οχυρό κοστίζουν τη ζωή σε τουλάχιστον δύο στρατιώτες, ενώ η μονοτονία της φύλαξης ενός ακριτικού φρουρίου όπου τίποτα δε φαίνεται να συμβαίνει, οδηγεί αρκετούς στην απόγνωση και στην επιθυμία ενός πολέμου ώστε να υπάρξει μια δράση.
Μια προαίσθηση –ή μήπως ήταν μονάχα η ελπίδα;- ότι δε θα αργούσαν να συμβούν μεγάλα κι ένδοξα γεγονότα, τον έκανε να μείνει εκεί πάνω[…]
Ένα δεύτερο μοτίβο είναι η ανθρώπινη ανάγκη να υπάρχει νόημα στη ζωή. Ο Ντρόγκο, πρωταγωνιστής στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, παρατηρεί συχνά τη μυστηριακή αποχαύνωση, τη βαλτώδη ατμόσφαιρα του Οχυρού αλλά και το αίσθημα της αποξένωσης από τον υπόλοιπο κόσμο χωρίς όμως να μπορεί, ή να επιθυμεί τελικώς να αποκοπεί από αυτή τη ζωή, από τo άτυπο limbo όσο μονότονο κι αν είναι.
Ο στρατιωτικός φορμαλισμός, σ’ εκείνο το Οχυρό, έμοιαζε να έχει φτιάξει ένα αρρωστημένο αριστούργημα. Εκατοντάδες άνθρωποι φύλαγαν ένα πέρασμα, από το οποίο δε θα περνούσε ποτέ κανείς. Να φύγει, να φύγει το γρηγορότερο –σκεφτόταν ο Τζιοβάνι-, να βγει στον καθαρό αέρα, μακριά από αυτό το ομιχλώδες μυστήριο.

Το φρούριο είναι γεμάτο από τέτοιους δονκιχωτικούς αξιωματικούς που αφήνουν τους εαυτούς τους έρμαια σε μια σπατάλη της ίδιας της ζωής, με σταθερές ρουτίνες, μακριά από οικογένεια και κοινωνικές επιδιώξεις, σε ένα φαύλο κύκλο προσδοκίας και διάψευσης. Δεν ακούγεται λοιπόν χιμαιρική η φράση του Όρτιτζ:
Εδώ πέρα μοιάζει λίγο με εξορία, ο καθένας είναι αναγκασμένος να βρει κάτι για να ξεδώσει, πρέπει σε κάποιο πράγμα να ελπίζει. Άρχισε, λοιπόν κάποιος να μιλά για τους Ταρτάρους και ακολούθησαν όλοι… ποιος ξέρει ποιος ήταν ο πρώτος…

Κυρίαρχο θέμα ωστόσο είναι εκείνο της ροής του χρόνου· το Οχυρό διακατέχεται από μια διαχρονική μονιμότητα, με τους αριθμούς των στρατιωτών να ανανεώνονται διαρκώς σε άμεση δυσαρμονία με τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου η οποία είναι σύντομη, σχεδόν φευγαλέα. Οι στρατιώτες, μεταξύ άλλων κι ο ίδιος ο Ντρόγκο, αποφεύγουν συνειδητά να δραπετεύσουν από τη βουβή πραγματικότητα του Οχυρού -αφού ακόμη κι η σιωπή είναι ένα μοτίβο ενδημικών διαστάσεων- γιατί περιμένουν κάτι να συμβεί, κάποιο είδος σημαδιού από τη ζωή προκειμένου να αποδείξουν την αξία τους, να αδράξουν την ευκαιρία να γίνουν ήρωες. Συνεχίζουν να περιμένουν ακόμη κι όταν είναι σαφές πως δεν υπάρχει λόγος, αποφασίζοντας πάντοτε να παρατείνουν λίγο περισσότερο το χρόνο μιας και θα έμοιαζαν ανόητοι αν επέλεγαν να αποχωρήσουν την ώρα που θα συντελεστεί δυνητικά το γεγονός. Η απώλεια χρόνου δεν είναι εξαρχής προφανής, σταδιακά όμως η προσποίηση πως υπάρχει άπλετος χρόνος στη διάθεση του Ντρόγκο να φύγει από το Οχυρό και να συνεχίσει τη ζωή του στην πόλη αποδεικνύεται ακριβώς αυτό, μια προσποίηση.
[…]κι αυτός φανταζόταν ηρωικές ιστορίες που, πιθανότατα, δε θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα, αλλά που, τουλάχιστον χρησίμευαν για να δίνουν κουράγιο στη ζωή. Μερικές φορές έμενε ευχαριστημένος και με λιγότερα πράγματα, παραιτούνταν από το να είναι ο μοναδικός ήρωας […] Κατά βάθος θα ήταν μια απλή μάχη, μόνο μία αλλά σοβαρή μάχη, κι αυτός θα έκανε επίθεση ντυμένος με την καλή του στολή και θα ήταν ικανός να χαμογελά την ώρα που θα ριχνότανε ενάντια στα σκοτεινά πρόσωπα των εχθρών. Μια μάχη, και ίσως ύστερα θα έμενε ευχαριστημένος για όλη του την υπόλοιπη ζωή.
Ο χρόνος είναι δύσκολο να μετρηθεί, πόσο μάλλον να τον κρατήσει κάποιος· αυτό το είχε παρατηρήσει ο Ντρόγκο ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος βλέποντας τη διάθεση της μητέρας του να διατηρήσει ανέγγιχτο το δωμάτιό του με την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε […] να συγκρατήσει τον καιρό που καθημερινά δραπέτευε, την ψευδαίσθηση ότι ανοίγοντας ξανά τις πόρτες και τα παράθυρα, με την επιστροφή του γιου της, τα πράγματα θα ξαναγύριζαν να είναι όπως πριν. Εντούτοις, παρά τις προτροπές του ανθυπασπιστή-ράφτη Προσντότσιμο να φύγει μόλις βρει την ευκαιρία, ο παντογνώστης αφηγητής σημειώνει πως
Ο Ντρόγκο, όμως, δεν το ήξερε,[…]ότι η ζωή στο Οχυρό καταβροχθίζει τις μέρες τη μια μετά την άλλη, όλες ίδιες, με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ο χρόνος κυλάει θεματικά και δομικά χωρίς ο πρωταγωνιστής ή ο αναγνώστης να τον προλαβαίνει, η ζωή φαινόταν σαν μια ανεξάντλητη, πεισματάρικη ουτοπία, αν και τα χρόνια της νιότης του [ενν. του Ντρόγκο] είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν και εν αναμονή του σπουδαίου γεγονότος του πολέμου οι ώρες ξεγλιστρούσαν από τα δάχτυλά του πριν προφτάσει να τις μετρήσει.

Κλείνοντας είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που εκφράζει ο Όρτιτζ για το θάνατο, ανάγοντάς τον σε πράξη εξίσου σπουδαία με τον πόλεμο. Λέει λοιπόν:
Ήξερε πράγματι να πεθάνει τη σωστή στιγμή.[…]Σαν να είχε χτυπηθεί από κάποια σφαίρα. Ένας ήρωας, κακά τα ψέματα. Κι όμως κανείς δεν τον πυροβόλησε. Όλοι οι άλλοι, που κείνη τη μέρα ήταν μαζί του, είχαν τις ίδιες με αυτόν πιθανότητες, αυτός δεν είχε κανένα πλεονέκτημα, εκτός ίσως ότι μπορούσε να πεθάνει πιο εύκολα. Αλλά, στο βάθος, οι άλλοι τι έκαναν; Γι’ αυτούς ήταν μια μέρα σχεδόν ίδια με όλες τις άλλες.
Ο Ντρόγκο θα επανέλθει σε αυτή τη σκέψη περί της ουσίας του ηρωικού θανάτου καταλήγοντας πως
[…]είναι μια μάχη πολύ πιο σκληρή από εκείνη που κάποτε ο ίδιος περίμενε με τόση λαχτάρα. Ακόμα και οι εμπειροπόλεμοι άνθρωποι θα προτιμούσαν να μην τη δοκιμάσουν. Γιατί, βέβαια, είναι ωραίο να πεθαίνεις έξω στον καθαρό αέρα, μέσα στη δίνη της συμπλοκής, με το σώμα σου ακόμα νέο και υγιές, ακούγοντας τους δοξαστικούς ήχους μιας σάλπιγγας. Είναι, αντίθετα, θλιβερό να πεθαίνεις τραυματισμένος, μετά από ατέλειωτους πόνους στο θάλαμο ενός νοσοκομείου· ακόμα πιο μελαγχολικό είναι να τελειώσεις τις μέρες σου στο κρεβάτι του σπιτιού σου, ανάμεσα σε λυγμούς, χλωμά φώτα και μπουκαλάκια γεμάτα φάρμακα. Τίποτα, όμως, δεν είναι πιο δύσκολο από το να πεθαίνεις σε ένα άγνωστο και ξένο μέρος. στο απρόσωπο κρεβάτι ενός πανδοχείου, γέρος κι άσκημος, χωρίς να αφήνεις κανένα στον κόσμο.

Ο στοχασμός γύρω από το θάνατο απηχεί έντονα το ποίημα του Σεφέρη, που γράφεται το 1939, ίδια περίοδο με το έργο του Buzzati, Η τελευταία μέρα, με το ερώτημα "Πώς πεθαίνει ένας άντρας;" να πλανάται επίμονα και τη διαπίστωση του θάνατου ως το μόνο δυνατό κέρδος:
Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.
Και στον Buzzati όπως στο Σεφέρη τίθεται ο προβληματισμός της βυθομέτρησης του θανάτου και του αισθήματος ηρωισμού με το οποίο είτε πρέπει είτε δεν πρέπει να συνεπάγεται, του περιορισμού του θανάτου ως θυσία σε σπουδαία γεγονότα· ο θάνατος αποτελεί εν τέλει ιδιωτικό ή δημόσιο γεγονός; Ο θάνατος εμφατικά είναι κάτι που γίνεται κι η διεκδίκηση του θανάτου κάθε άλλο παρά ακυρώνει τη ζωή, αποτελεί μέρος της και χρήζει διαχείρισης.