philoSophie

History, Theatre, Greek and Russian literature, Godard, Angelopoulos and Bergman's movies
 
Modern Greek philology student. | Kiss me in the rain but also revolt against the aristocratic social and political norms of the Age of Enlightenment |https://instagram.com/ph1losophie/ |https://thesuspendedstep.wordpress.com
My goal in life is to read everything Dostoyevsky has ever written.

Το αστέρι του διαβόλου (Χάρι Χόλε,#5)

Το αστέρι του διαβόλου (Χάρι Χόλε,#5) - Γωγώ Αρβανίτη, Jo Nesbo Με τα μυθιστορήματα του Jo Nesbo ο αναγνώστης έχει, θεωρώ, εγγυημένη την ικανοποίηση που υπόσχεται η αστυνομική λογοτεχνία, ένεκα της κλιμακούμενης δράσης και των συγκροτημένων χαρακτήρων - συστατικά που διατηρούν αμείωτη την αγωνία.

The Snowman, Nemesis, The Devil's Star, The Redbreast

The Snowman, Nemesis, The Devil's Star, The Redbreast - Jo Nesbo Σύνθετο και μπερδεμένο το συγκεκριμένο βιβλίο της σειράς, πολύ περισσότερο από τον [b:Κοκκινολαίμη|17470502|Ο κοκκινολαίμης (Χάρι Χόλε, #3)|Jo Nesbø|https://images.gr-assets.com/books/1424633969s/17470502.jpg|1487876], με πολλές δευτερεύουσες πλοκές πέραν της κεντρικής, με άπειρα red herrings, παραπλανητικά δηλαδή στοιχεία, και με τον κεντρικό χαρακτήρα να βρίσκει τους ρυθμούς του ολοένα κι ευκολότερα, παίρνοντας πλέον σάρκα και οστά. Καλογραμμένο κι ευχάριστο.

Η Δεύτερη Εποχή

Η Δεύτερη Εποχή - Νίκος Καρούζος, Nikos Karouzos
ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα
εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα
και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα...



Χορταριασμένα χάσματα, 1974.

Secondhand Time: The Last of the Soviets

Secondhand Time: The Last of the Soviets - Svetlana Alexievich, Bela Shayevich
I used to understand our way of life… The way we lived used to make sense to me… Now, I don’t understand anything anymore… None of it makes any sense at all…
Προφορικές διηγήσεις νοσταλγίας, στέρησης, υπερηφάνειας και ντροπής, απομυθοποίησης, εθνικισμού• οι ιστορίες υφαίνονται από εκατοντάδες συνεντεύξεις, από ένα παλίμψηστο φωνών και παθών λαϊκών ανθρώπων και δημιουργούν ωμή συγκίνηση, χωρίς ωστόσο να αποφεύγεται ένα μούδιασμα και μια αίσθηση επανάληψης προς το τέλος του βιβλίου.
Our idea of freedom was purely theoretical… We wanted to live like they do in the West. Listen to their music, dress like them, travel the world. “We want change… change…” sang Victor Tsoi. We had no clue what we were hurtling toward. We just kept on dreaming…
Το παρόν των ανθρώπων που μιλούν στην Alexievich, των guides όπως η ίδια τους χαρακτηρίζει, βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με το παρελθόν, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το τώρα είναι ιστορικά ακυρωμένο. Η Alexievich προσέρχεται στη λογοτεχνία χρησιμοποιώντας τεχνικές ιστοριογραφίας, ισχυριζόμενη πως
History is concerned solely with the facts; emotions are outside its realm of interest. In fact, it is considered improper to admit feelings into history. But I look at the world as a writer and not a historian. I am fascinated by people.
Στο κέντρο του κόσμου που στήνει η Alexievich, λοιπόν, βρίσκεται η ιστορία, όχι ως παράθεση συμβάντων και ιστορικών γεγονότων, όχι ως πίνακας της μεγάλης Ιστορίας, αλλά ως εμπειρία, ως βίωμα μέσα από την καθημερινότητα της αυστηρά υποκειμενικής αίσθησής της. Ως εκ τούτου, η προσωπογραφία της Alexievich είναι από κάτω, η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται καθόλου για μια ιστορία γραμμένη από μεγάλους άνδρες ή αφιερωμένη σε μεγάλους άνδρες, δεν ασχολείται με τους μεγάλους πρωταγωνιστές. Στη κοινωνική της τοιχογραφία ο φακός στρέφεται στα βουβά πρόσωπα, στους ασήμαντους δευτεραγωνιστές που ανασύρονται από το περιθώριο της ιστορίας, από τις υποσημειώσεις. Κρυμμένες φωνές που αίφνης γίνονται οι φορείς του ιστορικού γεγονότος, μέσα από τους οποίους διαμεσολαβείται η Ιστορία.
In writing, I’m piercing together the history of “domestic”, “interior” socialism. As it existed in a person’s soul. I’ve always been drawn to this miniature expanse: one person, the individual. It’s where everything really happens.
Η τέχνη θεωρείται μόρφωμα κοινωνικών σχηματισμών, εργαλείο απεικόνισης της κοινωνικής πραγματικότητας στην πλήρη μορφή της κι η Alexievich δίχως να στρατεύεται στην κοινωνική αλλαγή καταδεικνύει την διαρκή ιστορική κίνηση και τον αντίκτυπό της στον άνθρωπο που θέλησε να αλλάξει την ιστορία, με την προσπάθειά του διαρκώς να ακυρώνεται από τα γεγονότα.

Ο κοκκινολαίμης

Ο κοκκινολαίμης - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Jo Nesbo Ο Nesbo έχει ταλέντο στο να αποτυπώνει την οξυδερκή του εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας και των παθογενειών της κι επιδεξιότητα στο να συνυφαίνει τα ατομικά κι ιδιωτικά με τα μεγαλύτερα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής του.

Τα γενέθλια

Τα γενέθλια - George Sari, Ζωρζ Σαρή
Τα γενέθλιά σου σβήσ’ τα. Έχουμε δικτατορία.
Γύρω από τα γενέθλια της πρωταγωνίστριας, κομβικό σημείο στο οποίο επανέρχεται συχνά η αφήγηση μετά από παύση δεκαετιών, στήνεται το σκηνικό του μυθιστορήματος της Ζωρζ Σαρή η πλοκή του οποίου εκτυλίσσεται μέσα στην επταετή περίοδο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, 1967-1974. Ο λόγος πάλι στο εφηβικό κοινό με την κεντρική ηρωίδα να προσλαμβάνει τα γεγονότα ενώ είναι μόλις 8 ετών, με τη διαφορά πως η πρόσληψη των γεγονότων δεν περιορίζεται στα μάτια της μικρής Άννας· η οπτική διανέμεται και στο νονό της, τον καθηγητή Δημήτρη, στον αδελφό της, στη μητέρα της, στη δασκάλα της, στον πατέρα της… Δημιουργείται έτσι ένα κολάζ φωνών με σημαντικά διακριτές διαφορές η καθεμιά τους, με το δικό της χρώμα, φορτίο, στίγμα.

Η πρωταγωνίστρια μεγαλώνοντας γαλουχείται με τις ιστορίες της Αντιγόνης ([…]κι όταν μεγαλώσεις λιγάκι, θα δεις, από μόνη σου θα καταλάβεις γιατί η Αντιγόνη έπρεπε να πεθάνει.), της εξόδου του Μεσολογγίου, μέσα από το έργο του Βασίλη Ρώτα Να ζει το Μεσολόγγι το οποίο διδάσκεται κρυφά στο σχολείο, των εξόριστων στη Γυάρο και των φυλακισμένων συγγενών της, κυρίως του νονού της, μετά την επιβολή της δικτατορίας.
Υπάρχουν δυο ζωές, γιε μου. Τη μια σ’ τη χαρίζουν, την άλλη την κερδίζεις… Είσαι ελεύθερος να διαλέξεις μια απ’ τις δυο.
Οι επώνυμοι της εποχής η οποία σκιαγραφείται είναι ανώνυμα δοσμένοι, ο πρωταγωνιστής νονός της Άννας είναι εμπνευσμένος από τον καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτη και την πολιτική, όπως σημειώνει η συγγραφέας, δράση του, ο Μίκης Θεοδωράκης εμφανίζεται ως ένας μεγάλος μουσικοσυνθέτης, ενώ τα ζητήματα της λογοκρισίας και της διαιώνισης του γλωσσικού ζητήματος (Η δικτατορία μια μέρα θα φύγει, η καταστροφή της γλώσσας, όμως, που μας αγγίζει όλους, θα ‘χει γίνει για πάντα., και αλλού, Πότε ο γραπτός λόγος θα συμφιλιωθεί με τον προφορικό; Πότε ο Έλληνας θα μπορεί να διαβάζει ένα κείμενο χωρίς να χρειάζεται να το μεταφράσει ή να του το μεταφράσουν) παρουσιάζονται με τον πιο αδρό τρόπο.

Δεν πρόκειται σίγουρα για ένα καινούριο αφήγημα για τη γενιά που βίωσε τη δικτατορία αλλά για μια προσθήκη σε αυτό, για μια απόπειρα να γίνουν οι μνήμες κτήμα των νεότερων μέσα από την πάντοτε εύστοχη γραφή της Ζωρζ Σαρή.

Αρνούμαι

Αρνούμαι - Antonis Samarakis
Δε χρειάζεται καμιά φιλοσοφία, κύριε διευθυντά. Φτάνει να τα ζει κανείς όλα αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο μας, που συμβαίνουν συνέχεια όλα τούτα τα χρόνια ύστερ’ από το τέλος του πολέμου. Να τα ζει κανείς με τα μάτια ανοιχτά, κύριε διευθυντά. Αλλά και χωρίς ιδιοτέλεια. Με καταλαβαίνετε;
Το σύμπαν που κατασκευάζει στη συγκεκριμένη συλλογή ο Σαμαράκης το 1961 και που αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα του μεταπολεμικού ανθρώπου της εποχής κατά την οποία γράφονται τα διηγήματα διακατέχεται από μια ηχηρή άρνηση. Η Ελλάδα είναι ιδωμένη μέσα από το πρίσμα της αγωνίας και της απόγνωσης, λόγω των προδομένων ελπίδων, ταυτόχρονα με το παρόν που υπάρχει ως κακοφορμισμένη εικόνα του μέλλοντος το οποίο ονειρεύονταν σε ένα προγραμματικά μακρινό παρελθόν οι ήρωες των διηγημάτων.
Αίμα, πάρα πολύ αίμα χύθηκε. Και όλα αυτά με το όραμα του κόσμου που θα ‘ρχότανε ύστερ’ από τον πόλεμο… Ακριβώς για να ‘ρθει αυτός ο κόσμος που όλοι μας τον περιμέναμε με λαχτάρα, αυτός ο κόσμος που θα ήτανε ο καινούργιος κόσμος, ο αλλιώτικος. Ένας κόσμος που θα έδινε σ’ όλους τους ανθρώπους ελευθερία και ειρήνη και ψωμί. Και λοιπόν ήρθε αυτός ο κόσμος. Και τι είναι; Τι είναι; Είναι ένας κόσμος παράλογος! Παράλογος!

Ο φόβος στα διηγήματα του Σαμαράκη εκδηλώνεται απέναντι στην ήττα, απέναντι στο γεγονός του θανάτου κι απέναντι στην παράλογη κοινωνική πραγματικότητα, στον κόσμο δίχως μια βεβαιότητα, όπου όλα είναι ρευστά, όλα παίζουν στην κόψη του ξυραφιού. Αρχικά, ο φόβος της Διάψευσης των υποσχέσεων για έναν κόσμο αλλιώτικο, πλούσιο σε ελευθερία και ειρήνη και ψωμί, η αγωνία για τους καιρούς που έρχονται (Έρχεται η ζωή, ακούς; Πες μου τι να κάνουμε… τι να κάνουμε… τι να κάνουμε!) και για τη στάση που πρέπει να κρατήσει ο κάθε άνθρωπος (Τώρα είμαι κι εγώ ένας Διαψευσμένος… Και δεν έχω στη ζωή μια βεβαιότητα, να κρατηθώ πάνω της, ν’ ακουμπήσω πάνω της και να πω στο θάνατο: ΑΡΝΟΥΜΑΙ) επιχειρείται να αμβλυνθούν κι η ανάγκη για απάγκιο καθίσταται επιτακτική.
Όσο υπάρχουν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται, Μαρία, υπάρχει μια βεβαιότητα στον κόσμο… σε τούτο τον παράλογο κόσμο…
Η ασφυκτική ζωή στον παράλογο αυτό κόσμο, στον οποίο υπάρχει φως σε όλο το σπίτι και σε όλα τα δωμάτια αλλά όχι στην καρδιά των ανθρώπων, μεταφράζεται πλέον ως αγωνία για το πώς πεθαίνει ο μεταπολεμικός άνθρωπος. Πράγματι, στα διηγήματα της συλλογής ορίζεται άτυπα ένας κώδικας ζωής και θανάτου.
Να σας πω, με βασανίζει η σκέψη πως θα ήτανε δυνατόν να ‘χω ένα θάνατο όχι του καιρού μας, ένα θάνατο που θα ταίριαζε σε άλλους καιρούς, ένα θάνατο μικροαστικό, "της παραδόσεως". […] Ένας τέτοιος θάνατος είναι ύβρις εμπρός στον πόνο… ύβρις εμπρός στο βαθύ πόνο που έχει ο κόσμος μας, ο καιρός που ζούμε. Στο κάτω κάτω, ένας θάνατος παράλογος είναι το μόνο πράγματι λογικό συμπέρασμα μιας ζωής παράλογης σαν τη δική μας.
Μπορεί ο θάνατος να είναι "θέμα ζωής" κι ο καθένας [να] έχει το δικό του, τον ατομικό θάνατο, ωστόσο η ουσιαστική παραίτηση από το υπάρχειν απουσιάζει, σε απόλυτη συμφωνία με το πρόταγμα του Άρη Αλεξάνδρου:
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος / με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς / με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.
(Από τη συλλογή "Ευθύτης οδών" του 1959)
Ο Σαμαράκης με έντονη μελαγχολική διάθεση αλλά με εξίσου ζωηρή ασυμβίβαστη κι ηχηρότατη άρνηση αντιτάσσει στο αίσθημα της απελπισίας και της ροπής προς τις καταστροφικές σκέψεις τα εξής:
Και τίποτ’ άλλο να μην έχεις στη ζωή, είναι όμως ακόμα… είναι όμως πάντα μια βεβαιότητα που έχεις: ποτέ δεν μπορείς να πεις πως δεν είναι ούτε ένας άνθρωπος που να μην μπορείς εσύ να τον κάνεις λιγότερο δυστυχή, λιγότερο μόνο… Αυτή είναι μια βεβαιότητα που δεν μπορείς να την αγνοήσεις… που δεν μπορεί κανένας… κανένας και τίποτα να σου την πάρει!
Σε κανένα από τα διηγήματα του Σαμαράκη, όπως γίνεται φανερό κι από τα παραπάνω, δε συντελείται διαφυγή στο παρελθόν εξαιτίας της υπαρξιακής αγωνίας των μεταπολεμικών υποκειμένων, το δράμα εκτυλίσσεται εμφατικά στο παρόν, με την αγωνιώδη ψυχική κατάσταση των ηρώων να μαρτυρείται από τις ασθματικές εκφορές λόγου, τις γεμάτες αποσιωπητικά και παύσεις. Εντούτοις παρά τις προσδοκίες που τσακίστηκαν, πρόκειται για το αίσθημα της αποκαλούμενης στα διηγήματα ως Διάψευσης, παρά την ψευδαίσθηση της μη ερημιάς, στην τραγωδία της εποχής του ο Σαμαράκης έχει αντιτάξει μια μεγάλη άρνηση. Άρνηση απέναντι στην ήττα, στο θάνατο, στον παραλογισμό της πραγματικότητας.
[…]η Αντίσταση σ’ αυτόν εδώ τον παράλογο κόσμο… ναι, το πρώτο είναι να πω ΑΡΝΟΥΜΑΙ σ’ αυτόν εδώ τον παράλογο κόσμο… αλλά και μαζί να πω ΑΡΝΟΥΜΑΙ στο θάνατο… στην υποταγή… στη φυγή… στη λιποταξία…

October: The Story of the Russian Revolution

October: The Story of the Russian Revolution - China Miéville
The revolution of 1917 is a revolution of trains. History proceeding in screams of cold metal.
Γεμάτη δράση η μυθιστορηματική αποτύπωση των γεγονότων που οδήγησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση, με τη διαφορά πως ως υλικό η πραγματική ζωή σε αντίθεση με την πλοκή ενός μυθιστορήματος είναι πιο ιδιόμορφη και πολύ πιο λεπτομερής. Ο αριθμός των εμπλεκόμενων ατόμων και μερών, οι αποφάσεις που πάρθηκαν και που ακυρώθηκαν, το χάος κι η επανάσταση που κινήθηκε σαν ένα τρένο τη νύχτα, φαινομενικά ασταμάτητη κι αναμφισβήτητα επικίνδυνη δίνονται με τρομερή ενάργεια, ενώ o Miéville εμφανίζεται να κατέχει το ζήτημα που αναλύει, ιστορικά και ιδεολογικά, απεικονίζοντας άρτια και τίμια την ακατάστατη διαδικασία και τα λάθη των dramatis personae, μένοντας όσο το δυνατόν πιο απροκατάληπτος, ισχυριζόμενος πως
Those who count themselves on the side of the revolution must engage with these failures and crimes. To do otherwise is to fall into apologia, special pleading, hagiography – and to run the risk of repeating such mistakes.

The Remains of the Day

The Remains of the Day - Kazuo Ishiguro Στο ταξίδι έξι ημερών, από το αρχοντικό στο οποίο εργάζεται ως το Weymouth, όπου βρίσκεται η Mrs. Kenton, ο Stevens προβληματίζεται για την επαγγελματική του σταδιοδρομία, για την ουσία ενός καλού μπάτλερ, για την ορθότητα των αξιών και των επιλογών που έχει κάνει. Το μεγαλείο και η ηθική ταλανίζουν τον πρωταγωνιστή σε αυτό το τύποις ημερολόγιο -ο οποίος ακόμη και προς τους αναγνώστες φορά το προσωπείο του άμεμπτου, μην αφήνοντας να φανεί πως κλαίει παρά μόνο όταν το αντιλαμβάνονται και το θίγουν οι υπόλοιποι χαρακτήρες του δράματος- με την αφήγηση να επιστρέφει και να επιμένει σε παρελθόντα γεγονότα παρότι η δράσει προχωράει μπροστά, προς τη συνάντηση-κορύφωση. Μέσω του μπάτλερ Stevens αποτυπώνονται και αναλύονται οι ανθρώπινες σχέσεις βάσει των κοινωνικών περιορισμών, των παρεξηγήσεων και της εμμονικής υποταγής στο ιδανικό της αξιοπρέπειας· με ελκυστική γραφή και συνεχή έλεγχο της γλώσσας και του διαλόγου ο Ishiguro αποκαλύπτει την ασάφεια των συναισθημάτων και των ηθών των χαρακτήρων σε μια βαθιά μελέτη της βρετανικής κοινωνίας και κουλτούρας της εποχής. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δομείται μέσα από λάθη και αδιάλειπτες απόπειρες διόρθωσής τους, από σύγχυση και αμηχανία όταν πρόκειται για οικογενειακές και συναισθηματικές σχέσεις, από το φριχτό αίσθημα της αδυναμίας επιστροφής σε ένα νοσταλγικό αλλά εμφατικά μακρινό παρελθόν κι από το κομβικό δίπολο ηθικής κι ανηθικότητας.

Το χαμένο μπλουζ

Το χαμένο μπλουζ - Mimis Androulakis, Μίμης Ανδρουλάκης Η αφήγηση λειτουργεί εις βάρος της δράσης, με τους χαρακτήρες να συστήνονται αποκλειστικά και μόνο μέσω του πρωταγωνιστή, περιγραφικά, να μη λαμβάνουν ουσιαστική υπόσταση στο έργο. Όμορφη πρόζα, νοσταλγική, που όμως δεν αρκεί για να σώσει το υπόλοιπο μυθιστορηματικό πλέγμα.

Sula

Sula - Toni Morrison Έξοχη πρόζα κι έξοχα δομημένη πλοκή, με καίριους προβληματισμούς γύρω από το πώς ορίζουμε τον εαυτό μας και τους ανθρώπους γύρω μας, τον τρόπο που επιθυμούμε να πιστεύουμε πως σημαίνουμε κάτι και με κρισιμότερο το γεγονός ότι θα κάνουμε σχεδόν οτιδήποτε για να δώσουμε ένα περίγραμμα στην αίσθηση του εαυτού μας.

Slouching Towards Bethlehem

Slouching Towards Bethlehem - Joan Didion Η Joan Didion με δεινή πένα και υπηρετώντας το ιδανικό του "See enough and write it down" καταγράφει το σημείο που τέμνεται ο περιβάλλων χώρος και το ανθρώπινο μυαλό και περιγράφει με ζωντάνια και με σαφή αντίληψη της βαρύτητας της περιρρέουσας ατμόσφαιρας την Καλιφόρνια και τη Νέα Υόρκη, μεταξύ άλλων, της δεκαετίας του 1960, την ιδιομορφία των κοινωνικών καταστάσεων, τη προσωρινότητα και την αγάπη για μια πόλη, την πολωτική οικονομική πραγματικότητα, με την καταθλιπτική κι αδιέξοδη ατμόσφαιρα να διαπερνά τα κείμενά της.

Το ομότιτλο δοκίμιο έχει κατά τη γνώμη μου τη δύναμη του Howl του Ginsberg· πρόκειται για μια σκληρή εξέταση της κουλτούρας των χίπις της γειτονιάς του Σαν Φρανσίσκο που ξεκινάει με μια προμετωπίδα παρμένη από το The Second Coming του Yeats, ποίημα που ενέπνευσε άλλωστε και τον τίτλο του βιβλίου (And what rough beast, its hour come round at last, / Slouches towards Bethlehem to be born?), και προσφέρει την πιο άμεση και μεστή αποτύπωση της οπτικής της Didion για τα θέματα που αναλύει στο εν λόγω βιβλίο:
The center was not holding. It was a country of bankruptcy notices and public-auction announcements and commonplace reports of casual killings and misplaced children and abandoned homes and vandals who misplaced even the four-letter words they scrawled. It was a country in which families routinely disappeared, trailing bad checks and repossession papers. Adolescents drifted from city to torn city, sloughing off both the past and the future as snakes shed their skins, children who were never taught and would never now learn the games that had held the society together. People were missing. Children were missing. Parents were missing. Those left behind filed desultory missing-persons reports, then moved on themselves. It was not a country in open revolution. It was not a country under enemy siege. It was the United States of America in the cold late spring of 1967, and the market was steady and the G. N. P high and a great many articulate people seemed to have a sense of high social purpose and it might have been a spring of brave hopes and national promise, but it was not, and more and more people had the uneasy apprehension that it was not.

The Illogic of Kassel (New Directions Paperbook)

The Illogic of Kassel (New Directions Paperbook) - Enrique Vila-Matas, Anne McLean, Anna Milsom
Given my inveterate habit of writing a chronicle every time I get invited to a strange place to do something weirs (over time I've realized that all places actually seem strange to me), I had the impression I was once again living through the beginning of a journey that could end up turning into a written tale, in which, as was customary, I would combine perplexity and my suspended life to describe the world as an absurd place arrived at by way of a very extravagant invitation.
Ένας ευχάριστα παράξενος φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στη σύγχρονη τέχνη, με τον συγγραφέα να μιλάει για την εμπειρία του ως ένας εκ των καλλιτεχνών που προσκλήθηκαν στην Documenta 2012 στο Kassel της Γερμανίας, μια έκθεση πρωτοποριακής τέχνης καθιερωμένη από το 1955. Ο Vila-Matas απλώς περιπλανιέται στην πόλη κοιτάζοντας τα έργα τέχνης και καταγράφει σε ένα τύποις εσωτερικό μονόλογο τις σκέψεις του για εκείνα, για τον εαυτό του και την επιθυμία να δημιουργεί συγγραφικές περσόνες, για την ουσία του avant-garde συγγραφέα, για οτιδήποτε του έρχεται στο νου. Πρόκεται για μια, ως επί το πλείστον, μη φανταστική καταγραφή του χρόνου του εκεί χωρίς ωστόσο να είναι δυνατό να διαπιστωθεί τι από όλα αποτελεί αλήθεια και τι μυθοπλασία. Ευχάριστο, λίγο αργό, πλην άκρως ιδιαίτερο.

Confusion

Confusion - Stefan Zweig, George Prochnik, Anthea Bell
All phenomena, all humanity is to be recognized only in its fiery form, only in passion.
Με αφήγηση μεταγενέστερη των γεγονότων και προγραμματική διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην εφηβική συνείδηση μέσω της οποίας προσλαμβάνονται τα γεγονότα, ο Zweig στήνει τη νουβέλα του στη βάση της σύγχυσης. Σύγχυση αισθημάτων, καθηκόντων, ορμών, παρεμφερής με παθογένεια, όταν το πάθος του μυαλού εξομοιώνεται με εκείνο του σώματος κι η αντίληψη των πραγμάτων και των πράξεων στενεύει.
And just as, for instance, a man in love for the first time dares not undress the girl he adores in his thoughts, dares not think of her as a natural being like the thousands of others who wear skirts, I was disinclined to venture on any prying into his private life: I knew him only in sublimated form, remote from all that is subjective and ordinary.

Η έρημος των Ταρτάρων

Η έρημος των Ταρτάρων - Dino Buzzati, Ανταίος Χρυσοστομίδης
Βέβαια, ούτε τούτη τη νύχτα προφέρει κανείς, χώρια από μερικούς στρατιώτες, το όνομα που βρίσκεται στην καρδιά όλων. Οι αξιωματικοί προτιμούν να μην το αναφέρουν, γιατί το όνομα αυτό είναι η τελευταία ελπίδα τους. Για τους Τάρταρους ύψωσαν τα τείχη του Οχυρού, για τους Τάρταρους ξοδεύουν πολύτιμα χρόνια από τη ζωή τους, γι’ αυτούς οι σκοποί περπατάνε σαν ανδρείκελα μέρα και νύχτα. Υπάρχουν εκείνοι που τροφοδοτούν κάθε μέρα την ελπίδα τους με νέα πίστη, υπάρχουν εκείνοι που τη φυλάνε καλά κρυμμένη μέσα τους, εκείνοι που δεν ξέρουν καν ότι τη συντηρούν, νομίζοντας ότι την έχουν πια χάσει. Κανένας, όμως, δεν έχει το κουράγιο να μιλήσει γι’ αυτήν· θα φάνταζε σαν γρουσουζιά, θα έδινε την εντύπωση πως εξομολογούνται τις πιο απόκρυφες αγαπημένες τους σκέψεις στους άλλους, κι αυτό είναι κάτι που οι στρατιωτικοί δεν το κάνουν ποτέ γιατί ντρέπονται.
Καβαφικοί απόηχοι κι υπαρξιακή αγωνία, ένα κείμενο όπου ο οραματισμός του ηρωικού μέλλοντος εξοβελίζει το παρόν, εξωραΐζει την ατέρμονη αναμονή ενός γεγονότος που θα νοηματοδοτήσει την ίδια τη ζωή, ένα έργο που γράφεται τη δεκαετία του 1940 και βρίσκεται στο κατώφλι του μύθου, του σύγχρονου μύθου και της μυθολόγησης της συλλογικής μνήμης, και της αλληγορίας, μιας εμβάθυνσης στις προσδοκίες των ανθρώπων διαχρονικής και χωρίς σήματα χώρου και χρόνου.

Το πρώτο βασικό θεματικό μοτίβο που παρατηρείται στο μυθιστόρημα του Buzzati είναι η ανάγκη των στρατιωτών, κι εν γένει των ανθρώπων, για δόξα.
Ο Ντρόγκο έμεινε μόνος και ένιωσε ευτυχισμένος. Απολάμβανε με περηφάνια την απόφασή του να μείνει, τη στυφή γεύση ότι άφησε τις μικρές, σίγουρες χαρές της ζωής για χάρη ενός μεγάλου, μακροπρόθεσμου και αβέβαιου αγαθού (ίσως όμως, στο βάθος, συνέχιζε να τον παρηγορεί η σκέψη ότι μπορούσε, όποια στιγμή το αποφάσιζε, να φύγει).
Στο πρόσωπο και στην πιθανότητα της ένδοξης στιγμής η ανία κι οι κακουχίες της στρατιωτικής ζωής καθαγιάζονται. Αν και δεν υπάρχει πόλεμος, οι άσκοπες ασκήσεις που απαιτούν πειθαρχία κι οι δαιδαλώδεις συνθηματικές ρυθμίσεις εξόδου κι εισόδου στο Οχυρό κοστίζουν τη ζωή σε τουλάχιστον δύο στρατιώτες, ενώ η μονοτονία της φύλαξης ενός ακριτικού φρουρίου όπου τίποτα δε φαίνεται να συμβαίνει, οδηγεί αρκετούς στην απόγνωση και στην επιθυμία ενός πολέμου ώστε να υπάρξει μια δράση.
Μια προαίσθηση –ή μήπως ήταν μονάχα η ελπίδα;- ότι δε θα αργούσαν να συμβούν μεγάλα κι ένδοξα γεγονότα, τον έκανε να μείνει εκεί πάνω[…]
Ένα δεύτερο μοτίβο είναι η ανθρώπινη ανάγκη να υπάρχει νόημα στη ζωή. Ο Ντρόγκο, πρωταγωνιστής στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, παρατηρεί συχνά τη μυστηριακή αποχαύνωση, τη βαλτώδη ατμόσφαιρα του Οχυρού αλλά και το αίσθημα της αποξένωσης από τον υπόλοιπο κόσμο χωρίς όμως να μπορεί, ή να επιθυμεί τελικώς να αποκοπεί από αυτή τη ζωή, από τo άτυπο limbo όσο μονότονο κι αν είναι.
Ο στρατιωτικός φορμαλισμός, σ’ εκείνο το Οχυρό, έμοιαζε να έχει φτιάξει ένα αρρωστημένο αριστούργημα. Εκατοντάδες άνθρωποι φύλαγαν ένα πέρασμα, από το οποίο δε θα περνούσε ποτέ κανείς. Να φύγει, να φύγει το γρηγορότερο –σκεφτόταν ο Τζιοβάνι-, να βγει στον καθαρό αέρα, μακριά από αυτό το ομιχλώδες μυστήριο.

Το φρούριο είναι γεμάτο από τέτοιους δονκιχωτικούς αξιωματικούς που αφήνουν τους εαυτούς τους έρμαια σε μια σπατάλη της ίδιας της ζωής, με σταθερές ρουτίνες, μακριά από οικογένεια και κοινωνικές επιδιώξεις, σε ένα φαύλο κύκλο προσδοκίας και διάψευσης. Δεν ακούγεται λοιπόν χιμαιρική η φράση του Όρτιτζ:
Εδώ πέρα μοιάζει λίγο με εξορία, ο καθένας είναι αναγκασμένος να βρει κάτι για να ξεδώσει, πρέπει σε κάποιο πράγμα να ελπίζει. Άρχισε, λοιπόν κάποιος να μιλά για τους Ταρτάρους και ακολούθησαν όλοι… ποιος ξέρει ποιος ήταν ο πρώτος…

Κυρίαρχο θέμα ωστόσο είναι εκείνο της ροής του χρόνου· το Οχυρό διακατέχεται από μια διαχρονική μονιμότητα, με τους αριθμούς των στρατιωτών να ανανεώνονται διαρκώς σε άμεση δυσαρμονία με τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου η οποία είναι σύντομη, σχεδόν φευγαλέα. Οι στρατιώτες, μεταξύ άλλων κι ο ίδιος ο Ντρόγκο, αποφεύγουν συνειδητά να δραπετεύσουν από τη βουβή πραγματικότητα του Οχυρού -αφού ακόμη κι η σιωπή είναι ένα μοτίβο ενδημικών διαστάσεων- γιατί περιμένουν κάτι να συμβεί, κάποιο είδος σημαδιού από τη ζωή προκειμένου να αποδείξουν την αξία τους, να αδράξουν την ευκαιρία να γίνουν ήρωες. Συνεχίζουν να περιμένουν ακόμη κι όταν είναι σαφές πως δεν υπάρχει λόγος, αποφασίζοντας πάντοτε να παρατείνουν λίγο περισσότερο το χρόνο μιας και θα έμοιαζαν ανόητοι αν επέλεγαν να αποχωρήσουν την ώρα που θα συντελεστεί δυνητικά το γεγονός. Η απώλεια χρόνου δεν είναι εξαρχής προφανής, σταδιακά όμως η προσποίηση πως υπάρχει άπλετος χρόνος στη διάθεση του Ντρόγκο να φύγει από το Οχυρό και να συνεχίσει τη ζωή του στην πόλη αποδεικνύεται ακριβώς αυτό, μια προσποίηση.
[…]κι αυτός φανταζόταν ηρωικές ιστορίες που, πιθανότατα, δε θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα, αλλά που, τουλάχιστον χρησίμευαν για να δίνουν κουράγιο στη ζωή. Μερικές φορές έμενε ευχαριστημένος και με λιγότερα πράγματα, παραιτούνταν από το να είναι ο μοναδικός ήρωας […] Κατά βάθος θα ήταν μια απλή μάχη, μόνο μία αλλά σοβαρή μάχη, κι αυτός θα έκανε επίθεση ντυμένος με την καλή του στολή και θα ήταν ικανός να χαμογελά την ώρα που θα ριχνότανε ενάντια στα σκοτεινά πρόσωπα των εχθρών. Μια μάχη, και ίσως ύστερα θα έμενε ευχαριστημένος για όλη του την υπόλοιπη ζωή.
Ο χρόνος είναι δύσκολο να μετρηθεί, πόσο μάλλον να τον κρατήσει κάποιος· αυτό το είχε παρατηρήσει ο Ντρόγκο ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος βλέποντας τη διάθεση της μητέρας του να διατηρήσει ανέγγιχτο το δωμάτιό του με την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε […] να συγκρατήσει τον καιρό που καθημερινά δραπέτευε, την ψευδαίσθηση ότι ανοίγοντας ξανά τις πόρτες και τα παράθυρα, με την επιστροφή του γιου της, τα πράγματα θα ξαναγύριζαν να είναι όπως πριν. Εντούτοις, παρά τις προτροπές του ανθυπασπιστή-ράφτη Προσντότσιμο να φύγει μόλις βρει την ευκαιρία, ο παντογνώστης αφηγητής σημειώνει πως
Ο Ντρόγκο, όμως, δεν το ήξερε,[…]ότι η ζωή στο Οχυρό καταβροχθίζει τις μέρες τη μια μετά την άλλη, όλες ίδιες, με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ο χρόνος κυλάει θεματικά και δομικά χωρίς ο πρωταγωνιστής ή ο αναγνώστης να τον προλαβαίνει, η ζωή φαινόταν σαν μια ανεξάντλητη, πεισματάρικη ουτοπία, αν και τα χρόνια της νιότης του [ενν. του Ντρόγκο] είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν και εν αναμονή του σπουδαίου γεγονότος του πολέμου οι ώρες ξεγλιστρούσαν από τα δάχτυλά του πριν προφτάσει να τις μετρήσει.

Κλείνοντας είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που εκφράζει ο Όρτιτζ για το θάνατο, ανάγοντάς τον σε πράξη εξίσου σπουδαία με τον πόλεμο. Λέει λοιπόν:
Ήξερε πράγματι να πεθάνει τη σωστή στιγμή.[…]Σαν να είχε χτυπηθεί από κάποια σφαίρα. Ένας ήρωας, κακά τα ψέματα. Κι όμως κανείς δεν τον πυροβόλησε. Όλοι οι άλλοι, που κείνη τη μέρα ήταν μαζί του, είχαν τις ίδιες με αυτόν πιθανότητες, αυτός δεν είχε κανένα πλεονέκτημα, εκτός ίσως ότι μπορούσε να πεθάνει πιο εύκολα. Αλλά, στο βάθος, οι άλλοι τι έκαναν; Γι’ αυτούς ήταν μια μέρα σχεδόν ίδια με όλες τις άλλες.
Ο Ντρόγκο θα επανέλθει σε αυτή τη σκέψη περί της ουσίας του ηρωικού θανάτου καταλήγοντας πως
[…]είναι μια μάχη πολύ πιο σκληρή από εκείνη που κάποτε ο ίδιος περίμενε με τόση λαχτάρα. Ακόμα και οι εμπειροπόλεμοι άνθρωποι θα προτιμούσαν να μην τη δοκιμάσουν. Γιατί, βέβαια, είναι ωραίο να πεθαίνεις έξω στον καθαρό αέρα, μέσα στη δίνη της συμπλοκής, με το σώμα σου ακόμα νέο και υγιές, ακούγοντας τους δοξαστικούς ήχους μιας σάλπιγγας. Είναι, αντίθετα, θλιβερό να πεθαίνεις τραυματισμένος, μετά από ατέλειωτους πόνους στο θάλαμο ενός νοσοκομείου· ακόμα πιο μελαγχολικό είναι να τελειώσεις τις μέρες σου στο κρεβάτι του σπιτιού σου, ανάμεσα σε λυγμούς, χλωμά φώτα και μπουκαλάκια γεμάτα φάρμακα. Τίποτα, όμως, δεν είναι πιο δύσκολο από το να πεθαίνεις σε ένα άγνωστο και ξένο μέρος. στο απρόσωπο κρεβάτι ενός πανδοχείου, γέρος κι άσκημος, χωρίς να αφήνεις κανένα στον κόσμο.

Ο στοχασμός γύρω από το θάνατο απηχεί έντονα το ποίημα του Σεφέρη, που γράφεται το 1939, ίδια περίοδο με το έργο του Buzzati, Η τελευταία μέρα, με το ερώτημα "Πώς πεθαίνει ένας άντρας;" να πλανάται επίμονα και τη διαπίστωση του θάνατου ως το μόνο δυνατό κέρδος:
Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.
Και στον Buzzati όπως στο Σεφέρη τίθεται ο προβληματισμός της βυθομέτρησης του θανάτου και του αισθήματος ηρωισμού με το οποίο είτε πρέπει είτε δεν πρέπει να συνεπάγεται, του περιορισμού του θανάτου ως θυσία σε σπουδαία γεγονότα· ο θάνατος αποτελεί εν τέλει ιδιωτικό ή δημόσιο γεγονός; Ο θάνατος εμφατικά είναι κάτι που γίνεται κι η διεκδίκηση του θανάτου κάθε άλλο παρά ακυρώνει τη ζωή, αποτελεί μέρος της και χρήζει διαχείρισης.

Human Acts

Human Acts - Han Kang
Is it true that human beings are fundamentally cruel? Is the experience of cruelty the only thing we share as a species? Is the dignity that we cling to nothing but self-delusion, masking from ourselves this single truth: that each one of us is capable of being reduced to an insect, a ravening beast, a lumping meat? To be degraded, damaged, slaughtered - is this the essential fate of humankind, one that history has confirmed as inevitable?
Όταν ο Park Chung-hee, πρώην στρατιωτικός δικτάτορας της Νότιας Κορέας, δολοφονείται το 1979, η κυβέρνηση επιβάλλει στρατιωτικό νόμο ως αντίποινα. Ένα πλήθος φοιτητών διαδηλώνουν σε μια κορεάτικη πόλη κι οι κυβερνητικές δυνάμεις αποκρίνονται, όπως σχεδόν πάντα, με δύναμη, μετά την κλιμάκωση της οποίας ο αριθμός των νεκρών κυμαίνεται από εκατοντάδες έως χιλιάδες, με τα αριθμητικά στοιχεία να παραμένουν ως και σήμερα ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Η εξέγερση μόλις το 1997 ξεκίνησε να μνημονεύεται ως κίνημα εκδημοκρατισμού κι αποτελεί μια εκ των ανησυχητικότερων πράξεων βίας του εικοστού αιώνα, με αρκετούς νεκρούς να μένουν στους δρόμους και τραυματίες να φυλακίζονται. Γράφει η Deborah Smith στην εισαγωγή του έργου:
In Gwangju, part of the magnitude of the crime was that the violence done to these bodies, and the manner in which they had been dumped or hidden away, meant they were unable to be identified and given the proper burial rites by their families.
Το μυθιστόρημα της Han Kang είναι βάναυσο κι αρχίζει με το κρεσέντο της βίας, με τα επακόλουθα της σφαγής, με ένα σωρό από πτώματα κι έναν ωκεανό αίματος. Η συγγραφέας παρουσιάζει λοξά την καταστροφή που προκάλεσε η εξέγερση, αμιγώς μέσα από αναλαμπές, έχοντας βυθιστεί στο φόντο του κινήματος και προτείνοντας τις εμπειρίες των χαρακτήρων αντί ενός στεγνού ιστορικού απολογισμού. Η ιστορία που αφηγείται η Han Kang διασκορπίζεται στα χρόνια, ξεκινά από το 1980, το έτος της εξέγερσης και φτάνει ως το 2013 οπότε ιστορικά, όπως γράφει η Deborah Smith,
[…] Park Chung-hee’s daughter Park Geung-hye was inaugurated as president, the past rose up and ripped the bandage off old wounds for Gwangju-ites like Han Kang. Her novel, then, is both a personal and political response to these recent developments […]
Από άποψη δομής, το συνεχές πισωγύρισμα από το παρόν στο παρελθόν αποδεικνύει πόσο το τελευταίο επισκιάζει το πρώτο, με τους ανθρώπους να παραμένουν ψυχολογικά ερείπια και τη φυσιολογική ζωή να μοιάζει σχεδόν αδύνατη. Το μυθιστόρημα αφορά επίσης την πνευματική κληρονομιά• ξεκινάει στο νεκροτομείο, μετακινείται στη συνείδηση ενός αγοριού που ψάχνει για μια μεταθανάτια αίσθηση του ανήκειν, περνάει πέντε χρόνια στο μέλλον κι αργότερα είκοσι ακόμη, με τα αποτελέσματα της εξέγερσης να εξακολουθούν να στοιχειώνουν τα βήματα των εμπλεκομένων.
There is no way back to the world before the torture. No way back to the world before the massacre.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα βιβλίο που δείχνει το πώς ένα μόνο γεγονός μπορεί τελικά να αλλάξει το πρόσωπο ενός έθνους. Πώς οι άνθρωποι που συναπαρτίζουν ένα έθνος συμπεριφέρονται έπειτα από ένα τόσο κομβικό γεγονός, προσπαθώντας να καταστείλουν τα τραύματα. Υπάρχει η διάχυτη αίσθηση απογοήτευσης και προδοσίας εξαιτίας του οδυνηρού σοκ, με τους ανθρώπους να αισθάνονται χαμένοι σε αυτό το κράτος που έχει συμμετάσχει στο γεγονός.
Why would you sing the national anthem for people who'd been killed by soldiers? Why cover the coffin with the Taegukgi? As though it wasn't the nation itself that had murdered them.
Το Human Acts της συγγραφέως του [b:The Vegetarian|25489025|The Vegetarian|Han Kang|https://images.gr-assets.com/books/1478196580s/25489025.jpg|18449744], είναι μια προσπάθεια να εκπροσωπήσει η Han Kang τα γεγονότα της αποκαλούμενης Gwangju Uprising, χωρίς να καταφύγει σε μελοδραματικές ιστορίες ηρωισμού, γενναιότητας κι ιδανικών των «λίγων εναντίον πολλών», αφού η φαινομενική συλλογή διηγημάτων, με μεταβαλλόμενες και πολλαπλές προοπτικές, είναι περισσότερο εστιασμένη στην έλλειψη κατανόησης της τραγωδίας που εκτυλίχθηκε.

Δύο από τις μεταφορές που επαναλαμβάνονται στο μυθιστόρημα είναι το χτύπημα στο πρόσωπο κι η ταφή. Αφενός η μεταφορά του να χτυπηθεί ο χαρακτήρας στο πρόσωπο εφτά φορές χρησιμοποιεί, ως αισθητηριακή περιγραφή, τον χαρακτηριστικό ήχο που συνυφαίνεται με την εξέγερση και συγκεκριμένα με την καταστολή της, αφετέρου ένα δεύτερο, κι επίμονο, μοτίβο είναι η ταφή. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορμάται και αναφέρεται ξεκάθαρα στο θάνατο, όχι μόνο λόγω των νεκρών σωμάτων που συσσωρεύονται στα σιντριβάνια, αλλά με μοχλό την πονεμένη μνήμη.
That my life had been taken entirely out of my hands, and the only thing I was permitted to do now was to experience pain.
Τέλος, ένα χαρακτηριστικό της συγγραφέως είναι το επιλεκτικό φιλτράρισμα της προοπτικής. Πολλές από αυτές τις ιστορίες χρησιμοποιούν το δεύτερο ενικό πρόσωπο, κάνοντας τον αναγνώστη συμμέτοχο στις βιαιοπραγίες, εσύ είσαι νεκρός, εσύ αντιμετωπίζεις το παρελθόν, εσύ θυμάσαι. Η εγγύτητα κι η απόσταση είναι θεμελιώδη στοιχεία του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, συγχέονται, καθώς στην τελευταία ενότητα η σημείωση της συγγραφέως σχετικά με την ιστορία της είναι ενδιαφέρουσα. Η Han Kang γεννιέται και κατοικεί στο Gwangju μετά το 1980, στο ίδιο σπίτι με το αγόρι που γεννήθηκε και κατοικούσε το 1980.
[...]we have to make them promise to admit the true facts about what happened here, so we can recover our honor in the eyes of the rest of the country.